
Υπάρχουν κάποιες λέξεις που μπαίνουν στην πολιτική ζωή τόσο γρήγορα, ώστε πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι σημαίνουν, έχουμε ήδη αρχίσει να τσακωνόμαστε γι’ αυτές. Μία από αυτές είναι το «woke».
Την ακούμε σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, σε τηλεοπτικά πάνελ, στα social media, σε συζητήσεις για τα δικαιώματα, την οικογένεια, το φύλο, τα σχολεία, την πολιτική ορθότητα και πλέον ακόμη και για μια ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ.
Η τελευταία αφορμή ήρθε την 1η Σεπτεμβρίου, όταν ο Αντώνης Σαμαράς επιτέθηκε στην κυβέρνηση με αφορμή τις επιλογές «Άρρεν», «Θήλυ», «Άλλο» και «Ακαθόριστο» που, σύμφωνα με τη δήλωσή του, εμφανίζονται στην πλατφόρμα για τα Φάρμακα Υψηλού Κόστους. Ο πρώην πρωθυπουργός χαρακτήρισε την επιλογή αυτή έκφραση της «woke ατζέντας», υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη λογική έχει πλέον περάσει στην κρατική διοίκηση και στα σχολικά βιβλία.
Και κάπου εδώ γεννιέται το πραγματικό ερώτημα: τι σημαίνει, τέλος πάντων, woke;
Γιατί αν η λέξη χρησιμοποιείται πλέον για να περιγράψει από την καταπολέμηση του ρατσισμού και την ισότητα των φύλων μέχρι μια φόρμα του ΕΟΠΥΥ, μάλλον αξίζει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς συζητάμε.
Από πού ξεκίνησε το «woke»;
Η λέξη δεν γεννήθηκε στα κομματικά επιτελεία ούτε στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Το «woke» προέρχεται από την αφροαμερικανική κουλτούρα και αρχικά σήμαινε, πολύ απλά, να είσαι ξύπνιος και σε εγρήγορση απέναντι στις κοινωνικές αδικίες και κυρίως στον ρατσισμό.
Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα χρησιμοποιήθηκε σε αυτό το πλαίσιο. Στο υλικό που έχει συγκεντρωθεί για το θέμα αναφέρεται χαρακτηριστικά ο Μάρκους Γκάρβεϊ, ο οποίος το 1923 καλούσε τη μαύρη διασπορά να «ξυπνήσει». Μερικά χρόνια αργότερα, το 1938, η φράση «stay woke» εμφανίστηκε σε τραγούδι του Αφροαμερικανού μουσικού Lead Belly, σε σχέση με την υπόθεση των Scottsboro Boys, δηλαδή των μαύρων εφήβων που είχαν κατηγορηθεί για τον βιασμό δύο λευκών γυναικών στην Αλαμπάμα. Το 1962, ο συγγραφέας William Melvin Kelley έγραψε στους New York Times για την υιοθέτηση της αφροαμερικανικής αργκό από λευκούς Αμερικανούς, καταγράφοντας έτσι και δημοσιογραφικά τη χρήση της λέξης. Με άλλα λόγια, το αρχικό «woke» δεν σήμαινε «είμαι υπερβολικά politically correct». Σήμαινε περίπου: «μην κοιμάσαι όρθιος – δες τι συμβαίνει γύρω σου». Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί δείχνει πόσο έχει αλλάξει η σημασία της λέξης μέσα στις δεκαετίες.
Πότε το woke απέκτησε τη σημερινή του σημασία;
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε σταδιακά. Το «woke» άρχισε να συνδέεται με την ευρύτερη συνειδητοποίηση κοινωνικών ανισοτήτων: τον ρατσισμό, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, τις κοινωνικές ανισότητες και αργότερα ζητήματα που αφορούν τη μετανάστευση, την αναπηρία, το περιβάλλον και την κλιματική δικαιοσύνη.
Η αναβίωση της λέξης έγινε ιδιαίτερα έντονη την τελευταία δεκαετία, με κινήματα όπως το Black Lives Matter και το #MeToo. Το «woke» από χαρακτηρισμός μιας κατάστασης συνείδησης άρχισε να μετατρέπεται σε πολιτική ταυτότητα. Και κάπου εκεί άρχισε το μπέρδεμα. Γιατί άλλο είναι να λες «είμαι σε εγρήγορση απέναντι στον ρατσισμό» και άλλο να χρησιμοποιείς το «woke» για να περιγράψεις ένα τεράστιο πακέτο πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών θέσεων. Σήμερα, η δεύτερη χρήση είναι εκείνη που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση.
Τι περιλαμβάνει η λεγόμενη «woke ατζέντα»;
Δεν υπάρχει ένα επίσημο εγχειρίδιο που να λέει «αυτά είναι woke και αυτά δεν είναι». Και αυτή είναι ίσως η πρώτη παγίδα της συζήτησης. Ο όρος χρησιμοποιείται για ένα ευρύ φάσμα ιδεών και πολιτικών.
Συνήθως περιλαμβάνει:
- την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων,
- την ισότητα των φύλων,
- την προστασία των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων,
- την αναγνώριση διαφορετικών ταυτοτήτων φύλου,
- την προώθηση της διαφορετικότητας και της συμπερίληψης,
- την αντιμετώπιση κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων,
- την προστασία μειονοτήτων,
- την ενίσχυση της εκπροσώπησης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων,
- την περιβαλλοντική και κλιματική δικαιοσύνη,
- και, σε ορισμένες εκδοχές της, τη χρήση συμπεριληπτικής γλώσσας.
Σε οργανισμούς και επιχειρήσεις αυτό συνδέθηκε με το λεγόμενο DEI – Diversity, Equity and Inclusion, δηλαδή διαφορετικότητα, ισότητα και συμπερίληψη. Άρα, όταν κάποιος λέει «woke ατζέντα», μπορεί να εννοεί κάτι πολύ συγκεκριμένο – ή μπορεί να εννοεί σχεδόν οτιδήποτε θεωρεί υπερβολικά προοδευτικό. Και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Woke και πολιτική ορθότητα: είναι το ίδιο πράγμα;
Όχι ακριβώς. Οι δύο έννοιες συχνά χρησιμοποιούνται σαν συνώνυμες, αλλά έχουν διαφορετική ιστορία και διαφορετικές αποχρώσεις. Η πολιτική ορθότητα αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε και συμπεριφερόμαστε, ώστε να αποφεύγονται προσβλητικές, στερεοτυπικές ή αποκλειστικές εκφράσεις. Το «woke», στην αρχική του μορφή, είναι ευρύτερο: αφορά την κοινωνική συνείδηση και την αναγνώριση ανισοτήτων. Στην πράξη, όμως, οι δύο όροι μπλέχτηκαν. Και αυτό συνέβη κυρίως επειδή η λέξη «woke» απέκτησε σταδιακά αρνητική πολιτική φόρτιση.
Πώς από θετικός όρος έγινε «βρισιά»;
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η πολιτική. Για τη σύγχρονη Δεξιά στις ΗΠΑ, το «woke» άρχισε να λειτουργεί ως ένας συνοπτικός τρόπος για να περιγραφούν – και να καταγγελθούν – οι προοδευτικές πολιτικές θέσεις. Φύλο; Woke. Πολιτική ορθότητα; Woke. Τρανς δικαιώματα; Woke. Black Lives Matter; Woke.
Και όσο περισσότερα πράγματα χωρούσαν κάτω από αυτή την ομπρέλα, τόσο πιο χρήσιμος γινόταν ο όρος ως πολιτικό σύνθημα. Στην άλλη πλευρά, αρκετοί αριστεροί και προοδευτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο: ότι το «woke» έχει μετατραπεί σε πολιτικό σκιάχτρο, μια εύκολη ετικέτα που επιτρέπει στους επικριτές του να απορρίπτουν συλλήβδην θέματα όπως η ισότητα, ο αντιρατσισμός ή τα δικαιώματα των μειονοτήτων.
Έτσι, έχουμε φτάσει στο παράδοξο να συζητάμε για μια λέξη την οποία αρκετοί άνθρωποι που υποστηρίζουν τις αντίστοιχες ιδέες δεν χρησιμοποιούν καν για να περιγράψουν τον εαυτό τους.
Και πού μπαίνει η «cancel culture»;
Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο φορτισμένα σημεία της συζήτησης. Η cancel culture, η «κουλτούρα ακύρωσης», περιγράφει την πρακτική κατά την οποία ένα πρόσωπο γίνεται στόχος δημόσιας κατακραυγής – συχνά μέσω social media – εξαιτίας μιας δήλωσης, μιας πράξης ή μιας άποψης.
Οι επικριτές της woke κουλτούρας υποστηρίζουν ότι η λογική αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ένα περιβάλλον όπου η διαφωνία τιμωρείται και η ελευθερία έκφρασης περιορίζεται. Αλλά υπάρχει και μια σημαντική λεπτομέρεια: η cancel culture δεν είναι αποκλειστικά «αριστερό φαινόμενο». Όπως επισημαίνεται και στο υλικό της «Καθημερινής», την οποία συμβουλεύτηκε το αρχικό ρεπορτάζ, η καταγγελία και ο κοινωνικός εξοστρακισμός μέσω των κοινωνικών δικτύων μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.
Και κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται πιο ενδιαφέρουσα. Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν όλοι συμφωνούμε. Δοκιμάζεται όταν κάποιος λέει κάτι που μας ενοχλεί. Το όριο, φυσικά, βρίσκεται αλλού: στο πότε η ελευθερία έκφρασης μετατρέπεται σε ρατσιστική, σεξιστική ή ομοφοβική επίθεση και στο πότε η κοινωνική κριτική μετατρέπεται σε προσπάθεια φίμωσης. Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.
Woke capitalism: όταν η ιδεολογία έγινε και marketing
Κάπου στην πορεία συνέβη και κάτι ακόμη. Το woke έγινε προϊόν. Μεγάλες εταιρείες άρχισαν να υιοθετούν μηνύματα περί διαφορετικότητας, συμπερίληψης, ισότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης στις διαφημίσεις και στην εταιρική τους επικοινωνία. Από εκεί προέκυψε ο όρος «woke capitalism». Η κριτική είναι ότι κάποιες επιχειρήσεις μπορεί να υιοθετούν προοδευτικά μηνύματα όχι επειδή θέλουν πραγματικά να αλλάξουν τις πρακτικές τους, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται ότι αυτά τα μηνύματα είναι εμπορικά χρήσιμα. Με απλά λόγια: λίγο λιγότερη κοινωνική επανάσταση και λίγο περισσότερο marketing. Το φαινόμενο, πάντως, συνέβαλε στην περαιτέρω φόρτιση της λέξης.
Και τώρα η Ελλάδα
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Γιατί η Ελλάδα δεν είναι Αμερική. Δεν έχει την ίδια ιστορία φυλετικών σχέσεων, δεν έχει την ίδια πολιτική παράδοση γύρω από το race, δεν έχει το ίδιο πανεπιστημιακό περιβάλλον και δεν έχει το ίδιο κοινωνικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε το αμερικανικό wokeness. Κι όμως, η λέξη έχει πλέον περάσει κανονικά στο ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο.
Ο καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ Βασίλης Βαμβακάς, μιλώντας στην «Καθημερινή», έχει περιγράψει το ελληνικό φαινόμενο ως κάτι που βιώνουμε σε μεγάλο βαθμό «εξ αντανακλάσεως»: μέσα από την παγκοσμιοποίηση και την πολιτική και πολιτισμική επιρροή των ΗΠΑ, συζητήσεις που ξεκίνησαν αλλού φτάνουν να παρουσιάζονται ως δικές μας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πραγματικά ζητήματα ανισότητας ή διακρίσεων. Φυσικά και υπάρχουν. Υπάρχει έμφυλη ανισότητα. Υπάρχει βία κατά των γυναικών. Υπάρχουν διακρίσεις εις βάρος ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων. Υπάρχουν ζητήματα που αφορούν μετανάστες και πρόσφυγες, ανθρώπους με αναπηρία και άλλες κοινωνικές ομάδες. Αλλά άλλο πράγμα είναι να υπάρχουν αυτά τα προβλήματα και άλλο να πούμε ότι η Ελλάδα έχει εισαγάγει αυτούσιο το αμερικανικό «woke» μοντέλο.
Και φτάνουμε στον ΕΟΠΥΥ
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στην αφορμή της τελευταίας πολιτικής σύγκρουσης. Ο Αντώνης Σαμαράς πήρε τις επιλογές φύλου που εμφανίζονται στην πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ και τις ενέταξε στο ευρύτερο αφήγημα περί «woke ατζέντας» που, κατά την άποψή του, έχει πλέον περάσει στο ελληνικό κράτος.
Στη δήλωσή του συνέδεσε το θέμα όχι μόνο με τη διοίκηση, αλλά και με τα σχολικά βιβλία, την οικογένεια και το δημογραφικό, χαρακτηρίζοντας τη συγκεκριμένη κατεύθυνση κυβερνητική επιλογή και υποστηρίζοντας ότι δεν εκφράζει την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό όμως μας φέρνει σε μια κρίσιμη διάκριση. Το ότι μια δημόσια υπηρεσία χρησιμοποιεί περισσότερες επιλογές φύλου δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι υπάρχει μια ενιαία «woke ατζέντα».
Μαρινάκης για Σαμαρά: Θλίβομαι για την ανάρτησή του, τα φύλα είναι δύο (VIDEO)
Μπορεί να αποτελεί διοικητική επιλογή, επιλογή σχεδιασμού μιας ηλεκτρονικής πλατφόρμας, προσπάθεια προσαρμογής σε διαφορετικές περιπτώσεις ή κάτι άλλο. Για να αξιολογηθεί πολιτικά, χρειάζεται να γνωρίζουμε γιατί μπήκαν αυτές οι επιλογές, ποια είναι η διοικητική και νομική βάση τους και τι πρακτικό αποτέλεσμα έχουν. Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου μια σοβαρή συζήτηση διαφέρει από ένα σύνθημα. Το «woke» είναι πολύ εύκολο να γίνει η απάντηση πριν καν τεθεί η ερώτηση.
Υπάρχει τελικά «woke ατζέντα» στην Ελλάδα;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο ένα «ναι» ή ένα «όχι». Υπάρχουν στην Ελλάδα πολιτικές που αφορούν την ισότητα των φύλων, τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων, την αντιμετώπιση των διακρίσεων, την προσβασιμότητα, τη διαφορετικότητα και την κοινωνική ένταξη. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά το να ονομάζουμε συλλήβδην όλες αυτές τις πολιτικές «woke ατζέντα» είναι περισσότερο πολιτική ερμηνεία παρά αντικειμενική περιγραφή. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ελληνικής συζήτησης.
Όπως σημειώνει η ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας Βάσω Κιντή στο υλικό της «Καθημερινής», στην Ελλάδα η έννοια δεν έχει το ίδιο βάθος που απέκτησε στις ΗΠΑ. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι τα πραγματικά ζητήματα διακρίσεων υπάρχουν, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η χώρα διαθέτει ένα αντίστοιχο αμερικανικό κίνημα wokeness.
Άρα, αυτό που εισάγεται στην Ελλάδα είναι συχνά περισσότερο η πολιτική γλώσσα γύρω από το woke παρά το ίδιο το αμερικανικό κοινωνικό φαινόμενο. Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διαφορά. Γιατί λοιπόν η λέξη έχει γίνει τόσο δημοφιλής; Επειδή είναι πολιτικά βολική. Το «woke» είναι μία λέξη που χωράει μέσα της πολλές διαφορετικές συζητήσεις.
Είναι πολύ πιο εύκολο να πεις «αυτό είναι woke» από το να εξηγήσεις αν διαφωνείς με μια συγκεκριμένη πολιτική για το φύλο, με έναν συγκεκριμένο τρόπο συμπεριληπτικής γλώσσας, με μια εκπαιδευτική πρακτική ή με μια πολιτική ισότητας. Από την άλλη, είναι εξίσου εύκολο για την απέναντι πλευρά να χαρακτηρίσει οποιαδήποτε κριτική ως «οπισθοδρομική» ή «φοβική». Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα πολιτικό ping-pong όπου όλοι χρησιμοποιούν ταμπέλες και κανείς δεν συζητάει την ουσία.
Η συζήτηση για το woke πιθανότατα θα συνεχιστεί όσο η ελληνική πολιτική σκηνή αναζητά νέες γραμμές σύγκρουσης. Η Νέα Δημοκρατία, η Κεντροαριστερά, η Αριστερά αλλά και τα δεξιότερα κόμματα έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις στα ζητήματα ταυτότητας, οικογένειας, φύλου και κοινωνικών δικαιωμάτων. Και όσο περισσότερο αυτά τα ζητήματα μπαίνουν στην πολιτική ατζέντα, τόσο περισσότερο θα ακούμε τη λέξη. Το ερώτημα είναι αν θα χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια πραγματική πολιτική ή απλώς για να φοβίσει το ακροατήριο.
Γιατί υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «διαφωνώ με αυτή την πολιτική» και στο «αυτή είναι woke». Στην πρώτη περίπτωση αρχίζει μια συζήτηση. Στη δεύτερη, συνήθως τελειώνει.
Τελικά, τι κρατάμε;
Το «woke» ξεκίνησε ως λέξη αφύπνισης απέναντι στον ρατσισμό και τις κοινωνικές αδικίες μέσα στην αφροαμερικανική κοινότητα των ΗΠΑ. Στην πορεία διευρύνθηκε, συνδέθηκε με τα δικαιώματα των μειονοτήτων, την ισότητα των φύλων, τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα, το DEI, το #MeToo και το Black Lives Matter.
Στη συνέχεια όμως έγινε και πολιτικό σύνθημα – κυρίως επικριτικό – για να περιγράψει αυτό που ένα μέρος της Δεξιάς θεωρεί υπερβολική πολιτική ορθότητα και έναν άλλο τρόπο άσκησης κοινωνικής και πολιτισμικής πίεσης.
Στην Ελλάδα, η έννοια έχει εισαχθεί κυρίως μέσα από την αμερικανική πολιτική και τα διεθνή media. Δεν σημαίνει ότι τα ζητήματα που περιγράφει δεν υπάρχουν εδώ. Σημαίνει όμως ότι η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί απλώς να αντιγράψει το αμερικανικό debate και να θεωρήσει ότι έχει ακριβώς την ίδια ιστορία και τις ίδιες κοινωνικές συνθήκες.
Και ίσως αυτό είναι το πιο χρήσιμο συμπέρασμα από όλη αυτή την ιστορία: Δεν χρειάζεται να είσαι woke ή anti-woke.
Μπορείς να πιστεύεις στην ισότητα και ταυτόχρονα να διαφωνείς με συγκεκριμένες πρακτικές. Μπορείς να υπερασπίζεσαι τα δικαιώματα των μειονοτήτων και ταυτόχρονα να θεωρείς ότι κάποια πράγματα οδηγούνται στα άκρα. Μπορείς να υποστηρίζεις την ελευθερία του λόγου και παράλληλα να θεωρείς απαράδεκτη μια ρατσιστική ή ομοφοβική επίθεση.
Και μπορείς, τελικά, να κοιτάς μια επιλογή σε μια πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ και να ρωτάς απλώς: Γιατί μπήκε; Τι εξυπηρετεί; Είναι σωστό; Είναι απαραίτητο; Χωρίς να χρειάζεται η απάντηση να είναι υποχρεωτικά «woke». Γιατί σε μια δημοκρατία, το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσει η μία ταμπέλα την άλλη. Είναι να μπορούμε ακόμη να κάνουμε την ερώτηση.




