
Η συζήτηση για την παραχώρηση τιμητικού τάφου στην Πάολα Ρεβενιώτη εξελίχθηκε σε έναν άχαρο διαγωνισμό για το ποιος δικαιούται να θεωρείται χρήσιμος για το «έθνος» και πυροδότησε τρανσοφοβικό λόγο στο διαδίκτυο. Η πρόταση για άγαλμα ή πλατεία μπορεί εύλογα να κριθεί υπερβολική ή και όχι, αυτό όμως, δεν δικαιολογεί ούτε την υποτίμηση της προσφοράς της ούτε τον ισχυρισμό ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα αφορούν μόνο μία μειονότητα.
Η πρόταση για την παραχώρηση τιμητικού τάφου στην Πάολα Ρεβενιώτη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών προκάλεσε έντονη αντιπαράθεση στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας. Η δημοτική σύμβουλος Ελένη Παπαδοπούλου καταψήφισε την εισήγηση, υποστηρίζοντας ότι μια προσφορά προς τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα δεν μπορεί να ταυτίζεται με προσφορά προς το έθνος. Από την άλλη πλευρά, ακούστηκε ακόμη και η πρόταση από δημοτικό σύμβουλο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για ανέγερση αγάλματος στο Σύνταγμα ή για ονοματοδοσία πλατείας προς τιμήν της Πάολας, προκαλώντας ακόμα πιο έντονη αντίδραση της Παπαδοπούλου, ως μια άλλη « φωνή λογικής».
Αυτό, όμως, απέχει πολύ από τη λογική που θέλει την Πάολα Ρεβενιώτη περίπου εκτός εθνικής και κοινωνικής ιστορίας επειδή η δράση της συνδέθηκε με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα. Υπήρξε μια πρωτοπόρα τρανς γυναίκα, εκδότρια του περιοδικού «Κράξιμο» που τόσο έκραξε η κ. Παπαδοπούλου. Το «Κράξιμο» υπήρξε ένα από τα πρώτα και πιο ριζοσπαστικά έντυπα για την «ομοφυλόφιλη έκφραση». Φιλοξένησε κείμενα του Κώστα Ταχτσή, του Ηλία Πετρόπουλου και του Φελίξ Γκουαταρί ενώ δημοσίευσε ποιήματα της Κατερίνας Γώγου και συνεντεύξεις της Μαλβίνας Κάραλη, του Ντίνου Χριστιανόπουλου και του Χρόνη Μίσσιου.Το 1983 σύμφωνα με την Αλίκη Κοσυφολόγου, στο Λεξικό Λογοκρισίας στην Ελλάδα, η Πάολα μηνύεται από πρώην διοικητή της Ασφάλειας και τελικά καταδικάζεται σε φυλάκιση και αυτή ήταν μία από τις πολλές απόπειρες λογοκρισίας του περιοδικού.
«Ένα ροζ περιοδικό και μία τρανς να το εκδίδει, ήταν πολύ μπροστά για την εποχή του» είχε πει η ίδια η Πάολα.
Η Πάολα ήταν καλλιτέχνιδα και ακτιβίστρια, η οποία έδωσε δημόσια φωνή σε ανθρώπους που για δεκαετίες παρέμεναν αόρατοι, περιθωριοποιημένοι ή αναγκασμένοι να ζουν κρυφά, με χαρακτηριστικό παραδείγμα η συνεντευξή με την ‘Δημητρούλα της Λέσβου’. Δεν μπορεί η συμβολή της να διαγραφεί επειδή δεν χωρά σε μια στενή και ξεπερασμένη ερμηνεία του έθνους.
Το πιο προβληματικό σημείο στην τοποθέτηση της Ελένης Παπαδοπούλου είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στα ανθρώπινα δικαιώματα και στο κοινωνικό σύνολο. Τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα δεν αφορούν μόνο τους ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπους, όπως τα δικαιώματα των γυναικών δεν αφορούν μόνο τις γυναίκες και τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία δεν αφορούν αποκλειστικά όσους ζουν σήμερα με κάποια αναπηρία.
Ένας άνθρωπος μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να αποκτήσει μια αναπηρία και αντίστοιχα, κάθε οικογένεια, μπορεί να περιλαμβάνει ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι.
Άλλωστε, ποιο ακριβώς είναι αυτό το έθνος που επικαλούνται ορισμένοι; Δεν το αποτελούν και οι ΛΟΑΤΚΙ+ πολίτες; Δεν είναι άνθρωποι που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, εργάστηκαν, φορολογήθηκαν, δημιούργησαν και αγωνίστηκαν μέσα στην ίδια χώρα; Δεν ανήκουν σε οικογένειες και κοινωνικές ομάδες πολύ ευρύτερες από εκείνες που συνήθως χαρακτηρίζονται «μειονότητα»;
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά από την ίδια την πολιτική αντιπαράθεση ήταν τα χυδαία σχόλια που ακολούθησαν την είδηση, με τρανσφοβικές προσβολές και απαξιωτικές αναφορές στην εργασία στο σεξ, κάποιοι έσπευσαν να ξεκαθαρίσουν ποιοι άνθρωποι, κατά τη γνώμη τους, δικαιούνται αξιοπρέπεια ακόμη και μετά θάνατον. Λες και μια τρανς γυναίκα παύει να έχει ιστορία, έργο και κοινωνική προσφορά επειδή υπήρξε σεξεργάτρια, σε μια εποχή, μάλιστα, κατά την οποία ο αποκλεισμός άφηνε στις τρανς γυναίκες ελάχιστες δυνατότητες βιοπορισμού.
Το πραγματικά «ανήθικο» δεν είναι η εργασία στο σεξ, αλλά η υποκρισία μιας κοινωνίας που πρώτα κλείνει όλες τις πόρτες σε έναν άνθρωπο και ύστερα τον διαπομπεύει επειδή πέρασε από τη μοναδική που άφησε μισάνοιχτη.
Και όσοι επέλεξαν να χλευάσουν μία νεκρή γυναίκα δεν υπερασπίστηκαν ούτε το έθνος ούτε κάποια ανώτερη ηθική, απλώς εξέθεσαν δημόσια τη δική τους μικρότητα.
Μπορούμε να συζητήσουμε σοβαρά τα κριτήρια παραχώρησης ενός τιμητικού τάφου, χωρίς να ευτελίζουμε την πορεία ενός ανθρώπου. Κυρίως, μπορούμε να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα σαν μια «παραχώρηση προς κάποιους άλλους». Και, επιτέλους, πολύ μεγαλύτερη αξία δώσαμε στο ζήτημα απ’ όση του αναλογεί, πρόκειται για την παραχώρηση ενός τιμητικού τάφου σε μια γυναίκα με αδιαμφισβήτητη κοινωνική και πολιτική προσφορά. Όποιος μπει στον κόπο να διαβάσει πραγματικά για την Πάολα Ρεβενιώτη και εξακολουθεί να μη βλέπει γιατί δικαιούται αυτή την τιμή, δεν έχει απλώς ιδεολογικές παρωπίδες, επιδεικνύει και αξιοσημείωτη άγνοια, για να το θέσουμε όσο πιο ευγενικά γίνεται.
Η Πάολα πρόσφερε στην ελληνική κοινωνία, άνοιξε δρόμους για ανθρώπους που μέχρι τότε δεν είχαν ούτε φωνή ούτε ορατότητα και, ναι, η απόφαση να τιμηθεί με αυτόν τον τρόπο είναι απολύτως δικαιολογημένη.




