Τα Ιωάννινα, αυτή η πόλη με την υγρή ανάσα της λίμνης και τα βουνά να την αγκαλιάζουν σαν προστατευτική κουβέρτα, μπορούσαν να είναι ένα καταφύγιο. Για την Κατερίνα, ήταν. Κατέφτασε από την Κρήτη, μια σπουδάστρια φιλολογίας με τα μάτια της τόσο ανοιχτά όσο και το μέλλον που ονειρευόταν. Είχε φέρει μαζί της τη μυρωδιά του αλμυρού αέρα, την αγάπη για τις ιστορίες και μια κρυφή ευαισθησία που φοβόταν να εκθέσει.
Η Τζώρτζια ήταν Ιωαννιώτισσα, με έναν παππού που της είχε διδάξει να ψαρεύει στη λίμνη και μια ενέργεια που έμοιαζε να πηγάζει από τους βραχώδεις σχηματισμούς του Κάστρου. Σπούδαζε αρχιτεκτονική, με τα χέρια της μονίμως λερωμένα από μελάνι και το μυαλό της γεμάτο σχέδια. Είχε ένα γέλιο που ακουγόταν σαν κελάρυσμα πηγής και μια ευθύτητα που αρχικά τρόμαξε την Κατερίνα, αλλά σύντομα την τράβηξε σαν μαγνήτης.
Συναντήθηκαν στην πανεπιστημιούπολη, σε ένα μάθημα για την ιστορία της τέχνης, μέσα σε ένα αμφιθέατρο γεμάτο μουντές ακαδημαϊκές σκιές και την υπόσχεση του καφέ που θα ακολουθούσε. Η Κατερίνα, με τα μαλλιά της μαζεμένα σε ένα ατημέλητο κότσο και ένα βιβλίο ανοιχτό στα γόνατά της, ένιωθε την Τζώρτζια να την κοιτάζει. Ήταν ένα βλέμμα επίμονο, γεμάτο περιέργεια, που έκανε την Κατερίνα να ανεβάσει τις άμυνές της.
Μετά το μάθημα, η Τζώρτζια την πλησίασε, με ένα χαμόγελο που αποκάλυπτε ένα μικρό κενό ανάμεσα στα μπροστινά της δόντια – ένα χαριτωμένο ελάττωμα.
«Γεια σου», είπε η Τζώρτζια, «είσαι καινούρια; Δεν σε έχω ξαναδεί».
Η φωνή της ήταν βαθιά, με μια ελαφριά τοπική προφορά που έδινε μια μελωδική χροιά.
«Ναι, φέτος ήρθα», απάντησε η Κατερίνα, κοιτώντας τα παπούτσια της.
«Τζώρτζια», πρότεινε το χέρι της.
«Κατερίνα», είπε η Κατερίνα, νιώθοντας την παλάμη της Τζώρτζιας ζεστή και σφιχτή.
Από τότε, η σχέση τους άρχισε να χτίζεται αργά, σαν τα παλιά πέτρινα γεφύρια της Ηπείρου. Πρώτα, συζητήσεις για τα μαθήματα, μετά για τη μουσική, για τα όνειρά τους. Η Κατερίνα ανακάλυψε ότι η Τζώρτζια είχε μια ψυχή τόσο πολυσύνθετη όσο ένα σχέδιο αρχιτεκτονικής. Μπορούσε να μιλήσει για την ελληνική λαϊκή παράδοση με την ίδια θέρμη που μιλούσε για τις τελευταίες τάσεις στον μοντέρνο σχεδιασμό. Η Τζώρτζια, από την πλευρά της, βρήκε στην Κατερίνα μια ηρεμία, μια ενδοσκόπηση που της έλειπε. Οι συζητήσεις τους κρατούσαν ως αργά το βράδυ, είτε σε κάποιο καφέ με θέα τη λίμνη, είτε στο μικρό δωμάτιο της Κατερίνας στους φοιτητικούς κοιτώνες, με τη μυρωδιά του βιβλίου και του φρεσκοκομμένου καφέ να πλέκεται με τον αέρα των Ιωαννίνων.
Η έλξη ήταν αμοιβαία και αναμφισβήτητη, μια σπίθα που σιγόκαιγε κάτω από το κάλυμμα της φιλίας. Το πρώτο άγγιγμα, ένα χέρι που έπιασε το δικό της καθώς περπατούσαν στον κεντρικό πεζόδρομο, ήταν δειλό, σαν κλεμμένο. Το πρώτο φιλί ήρθε αυθόρμητα, ένα βροχερό απόγευμα, κάτω από την κουκούλα της Τζώρτζιας, καθώς περίμεναν σε μια στάση λεωφορείου. Ήταν ένα φιλί γεμάτο δισταγμό και ταυτόχρονα βαθιά επιθυμία, που άφησε και τις δύο άφωνες.
Η αγάπη τους άνθισε στην πόλη του θρύλου. Βόλτες στο Κάστρο, χέρια ενωμένα, με τα μάτια τους να χάνονται στον ορίζοντα της λίμνης Παμβώτιδας. Κλεμμένα φιλιά ανάμεσα στις ελιές του νησιού, γέλια που αντηχούσαν στα σοκάκια του παλιού οικισμού, με το χρυσό φθινοπωρινό φως να τους φωτίζει. Το δωμάτιο της Κατερίνας μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό καταφύγιο, γεμάτο βιβλία, σχέδια της Τζώρτζιας, και τη γλυκιά, μεθυστική μυρωδιά του λεμονανθού που η Τζώρτζια της έφερνε ως δώρο, ένα μπουκέτο από τον κήπο της γιαγιάς της. Ο λεμονανθός έγινε το σύμβολό τους, η υπόσχεση ενός αιώνιου καλοκαιριού.
Οι φίλοι τους, οι συμφοιτητές τους, άρχισαν να καταλαβαίνουν. Κάποιοι τους κοίταζαν με συμπάθεια, κάποιοι με αδιαφορία, κάποιοι με μια κρυφή ενοχλημένη ματιά. Αλλά για την Κατερίνα και την Τζώρτζια, ο κόσμος τους είχε περιοριστεί σε δύο ζευγάρια μάτια, δύο χέρια που έβρισκαν το ένα το άλλο, δύο ψυχές που είχαν βρει την απόλυτη αρμονία.
Μέρος Δεύτερο: Η Σκόνη του Χρόνου
Ο καιρός πέρασε. Τα πρώτα χρόνια ήταν σαν παραμύθι. Η αγάπη τους ήταν ένα σπίτι χτισμένο πάνω σε γερές βάσεις, ανθεκτικό στις μικρές δυσκολίες. Μαζί διάβασαν για τις εξετάσεις, μαζί πανηγύρισαν τις επιτυχίες, μαζί παρηγορήθηκαν στις αποτυχίες. Ο ορίζοντας των Ιωαννίνων, γεμάτος βουνά και λίμνη, ήταν ο καμβάς της ζωής τους.
Αλλά καθώς οι σπουδές τους τελείωναν, μια σιωπηρή ένταση άρχισε να υφαίνεται ανάμεσά τους, λεπτή σαν ιστός αράχνης, αλλά ολοένα και πιο αισθητή. Η Κατερίνα, με τους βαθμούς της στη Φιλολογία, αναθεώρησε το όνειρό της να διδάξει. Η σκέψη μιας μόνιμης θέσης σε κάποιο σχολείο επαρχίας, μακριά από την Τζώρτζια, της προκαλούσε τρόμο. Η Τζώρτζια, με το πτυχίο της στην Αρχιτεκτονική, είχε ήδη βρει δουλειά σε ένα αρχιτεκτονικό γραφείο στην Αθήνα. Η ευκαιρία ήταν σπάνια, μια πόρτα που άνοιγε σε ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον.
Οι συζητήσεις για το μέλλον έγιναν βαρύτερες, γεμάτες υπονοούμενα και αναπάντητα ερωτήματα.
«Τι θα κάνουμε;» ρωτούσε η Κατερίνα, μια νύχτα, καθώς κάθονταν στον πεζούλι του Κάστρου, με τα φώτα της πόλης να αντικατοπτρίζονται στα νερά της λίμνης.
Η Τζώρτζια την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της. «Θα βρούμε έναν τρόπο, αγάπη μου. Πάντα βρίσκουμε».
Αλλά η φωνή της είχε μια νότα αβεβαιότητας που η Κατερίνα δεν είχε ξανακούσει.
Οι γονείς της Τζώρτζιας, συντηρητικοί και βαθιά θρησκευόμενοι, δεν είχαν ποτέ αποδεχτεί τη σχέση τους. Μπορεί να μην είχαν πει ποτέ ανοιχτά κάτι σκληρό, αλλά οι σιωπές τους, η έλλειψη ερωτήσεων για την Κατερίνα, οι υπαινιγμοί για «το μέλλον» και τον «γάμο», ήταν ένας αόρατος τοίχος που στέκονταν ανάμεσά τους. Η Τζώρτζια, αγαπούσε τους γονείς της και η πίεση ήταν τεράστια. Άρχισε να γίνεται πιο απόμακρη, πιο προβληματισμένη. Τα βράδια που περνούσαν μαζί άρχισαν να μειώνονται.
Η Κατερίνα ένιωθε το έδαφος να φεύγει κάτω από τα πόδια της. Η αγάπη που κάποτε φαινόταν τόσο ακλόνητη, τώρα έμοιαζε σαν ένα κάστρο στην άμμο, έτοιμο να καταρρεύσει με την πρώτη παλίρροια. Άρχισε να φοβάται. Φοβόταν την απώλεια, φοβόταν την μοναξιά, φοβόταν ότι θα έπρεπε να επιστρέψει στο νησί της, με την καρδιά της πληγωμένη.
«Δεν θέλω να φύγεις», της είπε η Κατερίνα μια μέρα, με την φωνή της να τρέμει.
Η Τζώρτζια την κοίταξε με μάτια γεμάτα πόνο. «Δεν φεύγω από εσένα, Κατερίνα. Φεύγω για τη δουλειά. Είναι η μόνη ευκαιρία μου».
«Και τι θα γίνει με εμάς;» ρώτησε η Κατερίνα, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν ασταμάτητα.
Η Τζώρτζια την αγκάλιασε σφιχτά. «Θα βρούμε έναν τρόπο. Θα το παλέψουμε».
Όμως οι λέξεις της ακούγονταν πλέον σαν μια υπόσχεση που γινόταν όλο και πιο αδύναμη.
Η Τζώρτζια έφυγε για την Αθήνα. Τις πρώτες εβδομάδες, οι τηλεφωνικές κλήσεις ήταν συχνές. Γελούσαν, μοιράζονταν τις μέρες τους. Η Κατερίνα της έλεγε για τα μαθήματα που έκανε, για τις βόλτες της στη λίμνη. Η Τζώρτζια της περιέγραφε το νέο της γραφείο, τις προκλήσεις της δουλειάς. Η μυρωδιά του λεμονανθού, που ήταν κάποτε πανταχού παρούσα, άρχισε να ξεθωριάζει από το δωμάτιο της Κατερίνας.
Σιγά σιγά, οι κλήσεις αραίωσαν. Οι δικαιολογίες ήταν λογικές – η δουλειά, τα ωράρια, η κούραση. Αλλά η Κατερίνα ένιωθε την απόσταση, όχι μόνο χιλιομετρική, αλλά και συναισθηματική, να μεγαλώνει σαν αγιάτρευτο χάσμα. Άρχισε να βλέπει τη Τζώρτζια να την επισκέπτεται λιγότερο συχνά στα Ιωάννινα. Κάθε φορά, ένιωθε ότι η Τζώρτζια ήταν και πιο μακριά.
Μια βραδιά, ένα τηλεφώνημα από την Τζώρτζια. Η φωνή της, κάποτε τόσο ζεστή, τώρα ακουγόταν ψυχρή, αποστασιοποιημένη.
«Κατερίνα… νομίζω ότι αυτό… δεν μας κάνει καλό».
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες της Κατερίνας. «Τι εννοείς;»
«Είναι δύσκολο. Η απόσταση. Οι γονείς μου… όλα αυτά. Δεν μπορώ άλλο».
Η Κατερίνα, κρατώντας το τηλέφωνο, ένιωσε τον κόσμο να της γλιστράει μέσα από τα χέρια. Οι λέξεις της Τζώρτζιας την τρυπούσαν σαν χίλια μαχαίρια.
«Τζώρτζια… σε αγαπώ».
Η σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν εκκωφαντική.
«Το ξέρω, Κατερίνα», είπε η Τζώρτζια, με φωνή που μόλις που ακουγόταν. «Κι εγώ… κι εγώ σε αγαπώ. Αλλά… δεν γίνεται».
Το τηλέφωνο έκλεισε. Η Κατερίνα έμεινε ακίνητη, μέσα στο άδειο δωμάτιό της, με τη σκόνη να χορεύει στην αχνή ακτίνα του φεγγαριού. Η μυρωδιά του λεμονανθού είχε πια χαθεί εντελώς.
Μέρος Τρίτο: Το Φάντασμα του Λεμονανθού
Πέρασαν μήνες. Οι πανεπιστημιακές υποχρεώσεις της Κατερίνας τελείωσαν. Το πτυχίο της, που κάποτε φάνταζε σαν εισιτήριο για ένα κοινό μέλλον, τώρα φαινόταν σαν ένα άδειο χαρτί. Οι φίλοι της προσπάθησαν να την ανεβάσουν, να την πάνε βόλτες, να την κάνουν να γελάσει. Αλλά το χαμόγελό της ήταν ένα φάντασμα.
Κάθε βράδυ, πήγαινε στη λίμνη. Καθόταν στο ίδιο παγκάκι που κάθονταν με την Τζώρτζια, κοιτώντας τους κύκλους που δημιουργούσαν οι πάπιες στα νερά. Νόμιζε ότι άκουγε τα γέλια τους να αντηχούν στον αέρα, ότι έβλεπε τη σιλουέτα της Τζώρτζιας να περπατάει δίπλα της. Η λίμνη, που κάποτε ήταν ο μάρτυρας της αγάπης τους, τώρα είχε μετατραπεί σε έναν καθρέφτη του πόνου της.
Η Κατερίνα δεν μπόρεσε να φύγει από τα Ιωάννινα. Έκανε αιτήσεις για μεταπτυχιακά, για δουλειές, αλλά ήταν σαν να μην ήθελε πραγματικά να φύγει. Ήταν σαν να είχε εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση αναμονής, μιας ματαιωμένης ελπίδας. Είχε την αίσθηση ότι αν έφευγε, θα άφηνε πίσω της και την τελευταία ανάμνηση, το τελευταίο ίχνος της Τζώρτζιας.
Ένα απόγευμα, καθώς περπατούσε στην αγορά, είδε ένα ανθοπωλείο. Μέσα, σε ένα βάζο, ήταν ένα μπουκέτο λεμονανθών. Η μυρωδιά τους την χτύπησε σαν γροθιά στο στομάχι. Πήρε ένα βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Τότε, άκουσε μια φωνή πίσω της.
«Κατερίνα;»
Γύρισε απότομα. Ήταν η Τζώρτζια.
Ήταν πιο αδύνατη, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της, αλλά η ομορφιά της ήταν ακόμα εκθαμβωτική. Φορούσε ένα κομψό, μοντέρνο φόρεμα, κάτι που η Κατερίνα δεν την είχε ξαναδεί να φοράει.
«Τζώρτζια», ψιθύρισε η Κατερίνα.
Στάθηκαν για λίγα λεπτά, αμήχανες, με τον κόσμο της αγοράς να περνάει δίπλα τους, χωρίς να τις παρατηρεί.
«Ήρθα για λίγο», είπε η Τζώρτζια, «Ήθελα να δω τους γονείς μου».
«Πώς είσαι;» ρώτησε η Κατερίνα, φωνή της γεμάτη πόνο.
«Καλά», απάντησε η Τζώρτζια, «Η δουλειά είναι απαιτητική, αλλά μου αρέσει».
Η κουβέντα τους ήταν κομματιασμένη, γεμάτη παύσεις. Η απόσταση που τις χώριζε ήταν τόσο φυσική όσο και συναισθηματική.
Η Κατερίνα κοίταξε τους λεμονανθούς. «Θυμάσαι;» είπε, δείχνοντας τους.
Η Τζώρτζια τους κοίταξε κι εκείνη, με ένα θλιμμένο χαμόγελο. «Ναι. Η γιαγιά μου…»
«Μου έφερνες πάντα», είπε η Κατερίνα, με μια νότα πικρίας στη φωνή της.
Η Τζώρτζια σκύψε το κεφάλι. «Μου λείπεις, Κατερίνα».
Η Κατερίνα ένιωσε μια σπίθα ελπίδας να αναφλέγεται, αμέσως όμως την έσβησε.
«Όχι», είπε, η φωνή της αποφασιστική, «Δεν σου λείπω εγώ. Σου λείπει αυτό που ήμασταν. Αυτό που χάθηκε».
Η Τζώρτζια σήκωσε το βλέμμα της, με μάτια γεμάτα δάκρυα. «Ίσως έχεις δίκιο».
Έπειτα, η Τζώρτζια έκανε ένα βήμα πίσω. «Πρέπει να φύγω», είπε. «Με περιμένουν».
Η Κατερίνα δεν ρώτησε ποιος την περίμενε. Ήξερε την απάντηση. Η ζωή της, μια ζωή χωρίς αυτήν.
«Αντίο, Κατερίνα», είπε η Τζώρτζια, ομολογώντας το τέλος της ιστορίας τους.
«Αντίο, Τζώρτζια», απάντησε η Κατερίνα, η φωνή της ήταν σχεδόν ένας ψίθυρος.
Η Τζώρτζια έφυγε, χάθηκε μέσα στο πλήθος. Η Κατερίνα έμεινε μόνη, με τη μυρωδιά του λεμονανθού να την τυλίγει, μια γλυκόπικρη ανάμνηση. Ήξερε ότι αυτό ήταν το οριστικό τέλος. Η αγάπη τους, τόσο δυνατή, τόσο αληθινή, δεν κατάφερε να επιβιώσει στις πιέσεις ενός κόσμου που δεν ήταν ακόμα έτοιμος για αυτήν, στις δικές τους αδυναμίες, στην απόσταση που τις χώρισε.
Η Κατερίνα δεν έφυγε από τα Ιωάννινα. Βρήκε μια δουλειά σε μια βιβλιοθήκη, ανάμεσα σε χιλιάδες ιστορίες, προσπαθώντας να βρει ποια είναι η δική της. Κάθε τόσο, όταν περνούσε από το ανθοπωλείο, η μυρωδιά του λεμονανθού την έπιανε απροετοίμαστη, φέρνοντας πίσω τις αναμνήσεις, τον πόνο, αλλά και την ομορφιά μιας αγάπης που κάποτε άνθισε κάτω από τον ουρανό των Ιωαννίνων. Η Τζώρτζια είχε γίνει ένα φάντασμα, ένα όμορφο αλλά θλιβερό φάντασμα, που θα κατοικούσε για πάντα στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας και στην καρδιά της Κατερίνας, μια σιωπηλή υπενθύμιση ότι μερικές αγάπες είναι απλά πολύ όμορφες για να διαρκέσουν. Η μόνη παρηγοριά της ήταν ότι, έστω και για λίγο, υπήρξε. Και αυτό, κανείς δεν μπορούσε να της το πάρει.




